Η φορολογική συμμόρφωση αποτελούσε ανέκαθεν τον βασικό πυλώνα της φορολογικής λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η έγκαιρη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και πληρωμή των υποκείμενων υποχρεώσεων, η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας και η αποτελεσματική ανταπόκριση στους φορολογικούς ελέγχους, συχνά αποτελούν τους βασικούς δείκτες αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας ενός φορολογικού τμήματος.
Ωστόσο, σε ένα σύγχρονο περιβάλλον στο οποίο τόσο οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης όσο και οι τεχνολογικές απαιτήσεις είναι μεταβαλλόμενες, οι συνεχείς φορολογικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις είναι πολυδιάστατες. Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η διαρκής ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών μεταξύ οργανισμών (π.χ. τραπεζών και ηλεκτρονικών πλατφορμών) και κρατών, η αξιοποίηση τεχνολογιών ανάλυσης μεγάλων δεδομένων και οι αυξανόμενες – αλλά σε κάθε περίπτωση, εύλογες – απαιτήσεις για φορολογική διαφάνεια (για παράδειγμα, ως μέρος του ESG) οδηγούν στον επαναπροσδιορισμό της φορολογικής λειτουργίας κάθε οντότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η συμμόρφωση μετατρέπεται από απλή διαδικασία σε αναπόσπαστο στοιχείο της ευρύτερης στρατηγικής φορολογικής διακυβέρνησης.
Στην Ελλάδα, η φορολογική διοίκηση έχει εξελιχθεί από έναν οργανισμό που βασίζονταν κυρίως σε εκ των υστέρων – και σε μεγάλο βαθμό, καθυστερημένους -δειγματοληπτικούς ελέγχους σε μία δομή που έχει τη δυνατότητα να αναλύει δεδομένα σε σχεδόν πραγματικό χρόνο και με ευρύτατη κάλυψη. Η σταδιακά καθολική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, τα ψηφιακά λογιστικά αρχεία βάσει των οποίων απεικονίζονται οι φορολογικές βάσεις στις δηλώσεις των εταιρειών, η αυτοματοποιημένη διασταύρωση συναλλαγών και η εφαρμογή αλγορίθμων ανάλυσης κινδύνου, συνδράμουν ώστε οι φορολογικές αρχές να εντοπίζουν αποκλίσεις και να αξιολογούν τη φορολογική συμπεριφορά των επιχειρήσεων, χωρίς να απαιτείται η οποιαδήποτε παροχή δεδομένων από αυτές ή η φυσική παρουσία τους στις εγκαταστάσεις τους.
Η πλατφόρμα myDATA αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης, ενώ μια από τις πρόσφατες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η πρωτοβουλία για τον Φ.Π.Α. στη ψηφιακή εποχή (VAT in the Digital Age – ViDA), η οποία προβλέπει πλήρη ψηφιοποίηση καθημερινών διαδικασιών που σχετίζονται με τον Φ.Π.Α. Ο συνδυασμός αυτών των εξελίξεων δημιουργεί ένα κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο η φορολογική συμμόρφωση θα βασίζεται ολοένα και περισσότερο στην ποιότητα, την πληρότητα και τη διαθεσιμότητα των δεδομένων και λιγότερο στην παραδοσιακή εκπλήρωση των δηλωτικών υποχρεώσεων. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις καλούνται το αμεσότερο δυνατό να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον διαρκούς φορολογικής συμμόρφωσης, στο οποίο η αξιοπιστία των πρωτογενών δεδομένων αποκτά στρατηγική σημασία.
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η φορολογική διακυβέρνηση εξελίσσεται με τη σειρά της σε ένα δομημένο σύστημα διαχείρισης του φορολογικού κινδύνου πέρα από τη συμμόρφωση με τις φορολογικές διατάξεις. Περιλαμβάνει σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και διακριτές ευθύνες για κάθε έναν από τους συμμετέχοντες στη φορολογική λειτουργία των επιχειρήσεων, τεκμηριωμένες πολιτικές και διαδικασίες που αξιολογούνται από στοχευμένους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, καθώς και συστήματα διασφάλισης της ποιότητας των φορολογικών δεδομένων που επιτρέπουν τη συνεχή παρακολούθηση των φορολογικών κινδύνων.
Με αυτόν τον τρόπο η φορολογική λειτουργία αναδεικνύεται σε αναπόσπαστο μέρος του συνολικού οικοσυστήματος της εταιρικής διακυβέρνησης, καθιστώντας σαφές ότι οι φορολογικοί κίνδυνοι εντάσσονται στον συνολικό επιχειρηματικό κίνδυνο και μπορούν να επηρεάσουν, πέρα από τα χρηματοοικονομικά δεδομένα, τη φήμη και τη βιωσιμότητα κάθε επιχείρησης.
Οι εξελίξεις αυτές εύλογα μετασχηματίζουν και τον ρόλο του επικεφαλής της φορολογικής λειτουργίας των επιχειρήσεων (Tax Director). Ενώ παραδοσιακά ο ρόλος αυτός επικεντρωνόταν στην παροχή εξειδικευμένων φορολογικών συμβουλών και στη διαχείριση φορολογικών υποχρεώσεων, πλέον αποκτά ολοένα και περισσότερο στρατηγικό χαρακτήρα.
Ο σύγχρονος επικεφαλής της φορολογικής λειτουργίας λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ της οικονομικής διεύθυνσης, του εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου, των φορολογικών αρχών και της διοίκησης. Παράλληλα, συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό πληροφοριακών συστημάτων ώστε να καλύπτονται οι απαιτήσεις της φορολογικής νομοθεσίας, αξιολογεί φορολογικούς κινδύνους που απορρέουν από ειλημμένες ή μελλοντικές επιχειρηματικές αποφάσεις, και συμβάλλει στην εκπλήρωση νέων και πιο απαιτητικών υποχρεώσεων, όπως το ESG, στον πυρήνα των οποίων βρίσκεται η φορολογική διαφάνεια.
Ταυτόχρονα, λόγω αυτής της αλληλεπίδρασης, η μετάβαση προς τη φορολογική διακυβέρνηση επηρεάζει αντίστοιχα το έργο των ορκωτών ελεγκτών και των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου. Η αξιολόγηση των φορολογικών κινδύνων δεν περιορίζεται πλέον στην εξέταση επιμέρους φορολογικών εκτιμήσεων και στην απλή επιβεβαίωση ότι όλες οι γνωστές φορολογικές υποχρεώσεις έχουν εκπληρωθεί, αλλά επεκτείνεται σε διαδικασίες που είναι στοχευμένες σε εξειδικευμένα φορολογικά αντικείμενα, πολλά από τα οποία απαιτούν ανάλυση των ποιοτικών χαρακτηριστικών μεγάλου μεγέθους δεδομένων.
Συμπερασματικά, σε ένα φορολογικό περιβάλλον που συνεχώς μεταβάλλεται, η φορολογική διακυβέρνηση δεν αποτελεί μία βέλτιστη πρακτική, που θα υπήρχε ενδεχομένως η επιλογή να μην υιοθετηθεί άμεσα, αλλά μία σημαντική παράμετρο για την εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων. Οι οργανισμοί που επενδύουν εγκαίρως στη διασφάλιση της ποιότητας των φορολογικών δεδομένων και στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων μηχανισμών φορολογικής διακυβέρνησης αποκτούν ολοένα και σημαντικότερα πλεονεκτήματα ως προς τη διαχείριση του φορολογικού κινδύνου, την ενίσχυση της εταιρικής αξιοπιστίας και την προσαρμογή στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Επομένως, η μετάβαση από τη φορολογική συμμόρφωση στη φορολογική διακυβέρνηση δεν συνιστά απλώς μια αλλαγή των διοικητικών διαδικασιών. Η μεταβολή του όρου αντικατοπτρίζει έναν θεμελιώδη μετασχηματισμό της φορολογικής λειτουργίας, η οποία εξελίσσεται σε στρατηγικό πυλώνα της εταιρικής διακυβέρνησης και της συνολικής διαχείρισης επιχειρηματικών κινδύνων.






